Montag, 4. Mai 2009

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ-ΧΑΣΚ(Ι)ΟΙ

Το Xασκιόϊ ήταν τα παλιά χρόνια τουρκικό τσιφλίκι, που το είχαν αγοράσει πέντε η έξι Έλληνες, το μοίρασαν μεταξύ τους και εγκαταστάθηκαν εκεί. Επρόκειτο για μικρό χωριό, αμιγές ελληνικό, που το κατοικούσαν έντεκα ελληνικές οικογένειες. Υπαγόταν στην περιφερεια Αργυρούπολης του νομου Τραπεζούντας και βρισκότανε κοντά στα χωριά Ατρά, Θεμπεδά και Παλαγία, από την οποία απείχε μία - μιάμιση ώρα με τα πόδια.

Οι κάτοικοι, σε αντίθεση με άλλα χωριά της Χαλδίας, ήταν προνομιούχοι, γιατί η κάθε αγροτική οικογένεια κατείχε μια ιδιόκτητη έκταση που κυμαινόταν από εκατόν πενήντα έως διακόσια στρέμματα γης. Η συνολική έκταση της καλλιεργήσιμης γης ήταν δύο χιλιάδες στρέμματα περίπου και συνόρευε με τις ιδιοκτησίες του ελληνικού χωριού Θεμπεδά, που απειχε μιάμιση ώρα περίπου από το Χασκιοϊ. Και εδώ οι αγροτικές καλλιέργειες και ειδικότερα το όργωμα και το αλώνισμα γίνονταν με ξύλινα αλέτρια και "τουκάνια" που τα έσερναν βόδια.

Αλλά και στη κτηνοτροφία οι κάτοικοι διακρίνονταν από πολλών άλλων χωριών, γιατί κάθε οικογένεια είχε από δέκα έως είκοσι μεγάλα ζώα και από πέντε έως ογδόντα γιδοπρόβατα. Για τα ζώα αυτά το χωριό διέθετε βοσκοτόπια τρεις χιλιάδες στρεμμάτων περίπου που βρίσκονταν στις τοποθεσίες "Αι-Γιάννε","Καρελέτσα"και Γιαϊλιάς".

Παρά το γεγονός ότι το χωριό ήταν πεδινό, είχε ωστόσο ένα μεγάλο δάσος που το λέγανε "Τσαρούχ Ορμανί"που είχε εκταση τέσσερις χιλιάδες στρέμματα περίπου και μέσα σε αυτό η υπήρχαν εκατό στρέμματα καλλιεργήσιμης γης. Ούτε βουνά λοιπόν είχε, αλλά ούτε και ποτάμια. Και παρ όλο που οι νοικοκυραίοι είχαν όλες τις προϋποθέσεις και ζούσανε καλάν και πολλοί απο ξενιτευόταν κάθε χρόνο στη Ρωσία.

Το χωριό ήταν χωρισμένο σε δύο γειτονιές, στην απάνω και στην κάτω γειτονιά(μαχαλάδες), οι οποίες υδρεύονταν από τρεις βρύσες και ένα πηγάδι που το λέγαμε "γουϊν".Είχαμε μια Εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, και τα τρία παρεκκλήσια, του Ευαγγελισμού, των Αγίων Θεοδώρων και του Προφήτη Ηλία, στα οποία λειτουργούσε ο μοναδικός εφημερίες του χωριού μας, ο παπά Γιώργης Μιχαηλίδης. Είχαμε ακόμα κι ενα εξατάξιο σχολείο με είκοσι μαθητές και με δασκάλους τον ιερέα Παπαγιώργη Μιχαηλίδη και το Γρηγόριο Γαντσίδη ή Γιαννουλίδη. Οι μορφωμένοι που βγήκαν απ το χωριό μας ήταν ο Γεώργιος και η Ευθυμια Κοκκινίδου, ο Γρηγόριος Χατζίδης, ο Θεμιστοκλής Βελονάς και άλλοι. Οι δε προύχοντες του χωριού ήταν ο Κωνσταντίνος Βελονάς, ο Παναγιώτης Γιαννουλίδης, ο Γεώργιος Κοκκινίδης, ο Μιχάλης Πουταχίδης και ο Γεώργιος Μυλωνάς. Οι αξιολογότεροι όμως του χωριού μας ήταν ο Ιωάννης Ζευγαρόπουλος, ο Θεμιστοκλής Βελονάς, ο Γρηγόριος Γαντσίδης και ο Γεώργιος Κοκκινίδης. Οι λυράρηδες του χωριού μας ήταν δύο, ο Κοσμάς Πουταχίδης και ο Χαράλαμπος Πουταχιδης.

Δεν γίνηκαν γεγονότα στο χωριό μας, ούτε είχαμε θύματα από τους Τούρκους, αλλά παρ όλα αυτά ήμασταν κατατρομοκρατημένοι απ όσα ακούγαμε πως γινοτανε σε άλλα μέρη και ζούσαμε σε μια συνεχή αβεβαιότητα για το μέλλον μας. Έτσι, όταν οι Ρώσοι άρχισαν να υποχωρούν από τα μέρη μας το 1918, τους ακολουθήσαμε και εμείς στη Ρωσία. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών ήρθαμε το 1922 από τη Ρωσία στον Πειραιά κι από εκεί μας φέρανε και μας εγκαταστήσανε οριστικά στην Παναγίτσα όπου και ζούμε μέχρι σήμερα. Φεύγοντας απ το χωριό μας, δυστυχώς δεν καταφέραμε λόγω του μεγάλου φόβου και της βιαστικής φυγής μας, να πάρουμε μαζί μας τα πράγματα του νοικοκυριού μας. Τα μόνα λοιπόν κειμήλια που καταφέραμε να φέρουμε με την ανταλλαγή μαζί μας ήταν 10 μεγάλα εικονίσματα της Εκκλησίας του χωριού μας, τα οποια αφιερώσαμε στην εκκλησία της Παναγίτσας όπου και βρίσκονται σήμερα.

Αφήγηση:Νικόλαος Παν. Γιαννουλίδης-Παναγίτσα Εδέσσης

Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen